Δημοτικό τραγούδι , ο ποιητής και οι παραλλαγές

Το τραγούδι το πρωτοπλάθει ο ανώνυμος λαϊκός ποιητής, εκφράζοντας μ’ αυτό είτε κάποια ιδέα του στοχαστή, είτε κάτι που γέννησε η φαντασία του, στον ύπνο του ή στον ξύπνο του, είτε θέλοντας να εκφράσει το συγκαιρινό αίσθημα και τον ομαδικό στοχασμό των συντοπιτών του για κάποιο σημαντικό περιστατικό, που έγινε στον τόπο, θανή τρανού ανθρώπου ή όμορφης κόρης ή νέου η κάποια τραγική ή ερωτική ιστορία, πού είχεν αντίλαλο γύρω κι έφερεν αναταραχή.

Και λέγοντας λαϊκό τραγούδι, εννοούμε ποίημα μαζί και μελωδία. Γιατί ο ποιητής των στίχων πλάθει το τραγούδι του, ποίημα μαζί και σκοπό, συνταιριαστά και σύγκαιρα, δηλαδή ταιριάζει τους στίχους του σε γνωστή μελωδία άλλου τραγουδιού ή πλάθει καινούργιο σκοπό.

Απ’ τον πρώτο που «έβγαλε το τραγούδι», και που είναι πολλές φορές στιχουργός ή μοιρολογητής του χωρίου, «το παίρνουν» οι τραγουδιστές του χωρίου και το ξανατραγουδάνε. Ύστερα το παίζουν στις γιορτές, στους γάμους και στα πανηγύρια οι βιολιτζήδες, οι κλαριτζήδες και οι λαουτιέρηδες, κι έτσι φέρνει το γύρο σε κοντινά η μακρινότερα χωριά και σε πολιτείες.

Κάποιος τραγουδιστής ακόμη, μισεύοντας απ’ το χωριό για δουλειά του, θάν το τραγουδήσει σ’ άλλη περιφέρεια, με καμάρι μάλιστα συχνά. Κι ο ξενιτευτής το παίρνει μαζί του στην ξενιτιά, συντρόφι και παρηγοριά του και θυμητάρι της νιότης του, του τόπου και των εδικών του. Έτσι, αχτινωτά, ας πούμε, κυκλοφορεί και γίνεται στο τέλος τραγούδι όλου του λάου.

Τα παλιότερα χρόνια, όπως μας παραδίνουν ξένοι περιηγητές, κι o Φωριέλ, τυφλοί τραγουδιστές ή λυράρηδες γύριζαν από χωριό σε χωριό και τραγουδούσαν τραγούδια, που τα έκαναν οι ίδιοι, ή άλλα, που τα φέρναν από τα μέρη που περνούσαν. Τους τυφλούς αυτούς ραψωδούς τους δέχονταν και τους άκουαν με χαρά οι χωρικοί, τους φιλοξενούσαν και τους φίλευαν με δώρα ή χρήματα.

Έπειτα, κι ως τα τέλη του περασμένου αιώνα, και σε κάποια μέρη ως τα σήμερα, τα νέα τραγούδια πρωτόβγαιναν σε μεγάλες γιορτές και σε πανηγύρια, όπου γλεντοκοπούν οι πανηγυριώτες και χορεύουν στην πλατεία του χωριού ή στον αυλόγυρο της εκκλησιάς, ή στα χοροστάσια και στις πλαγιές των βουνών, όταν γιορτάζουν τα ρημοκλήσια, και μάλιστα το καλοκαίρι, και ειδικά στις γιορτές του αγίου Κωνσταντίνου, της Παναγίας (στις 15 Αυγούστου), του Προφήτη Ηλιού, του Σωτήρος, της Αγια-Παρασκευής κλπ.

Έτσι λοιπόν, το τραγούδι, βγαίνοντας απ’ το σπλάχνο του λαού, παιδί του πνευματικό, ξέσπασμα της ψυχής του, με του λαού το στόμα πλάθεται και ξαναπλάθεται, και για τούτο μένει ζωντανό πάντα κι απρόσωπο. Γιατί, ο λαϊκός ποιητής που το τραγούδησε, καμιά φιλοδοξία ούτε είχε, ούτ’ έχει να μαθευτεί τ’ όνομά του. Ίσα-ίσα, αν το καταλάβουν οι συχωριανοί του, που ξέρουν ίσως τη δεξιοσύνη του, αρνιέται να το μολογήσει, νομίζοντας ίσως πως με το ν’ ακουστεί τ’ όνομά του, αδυνατίζει το δημιούργημά του. Χαρά του κι αντίμεψη μονάχη είναι να μάθει ότι το τραγουδάν οι άλλοι έπειτ’ από καιρό, ή να τ’ ακούσει να τραγουδιέται μακριά κάπου.

Έτσι κι όμοια γίνεται κάθε δημιουργία του άφαντου λαϊκού συνθέτη και των άλλων μνημείων του λαϊκού Λόγου, παραμυθιών, παραδόσεων, αινιγμάτων, παροιμιών κλπ. που, από προσωπικά πλάσματα του στοχασμού, με χρόνια και καιρούς, γίνονται παράδοση για όλους.

Εξαίρεση στην παραγωγή τους παρουσιάζουν μονάχα τα κλέφτικα τραγούδια, που τα περισσότερα τα σύνθεταν και τα πρωτοτραγουδούσαν οι ίδιοι οι κλέφτες, διαλαλώντας έτσι μεγαλόστομα την κλέφιικη ζωή και τα ηρωικά κατορθώματα ή τη θανή του καπετάνιου τους ή του συντρόφου τους.(1)

Πιστεύουμε όμως, γιατί τα ίδια τα κείμενα πολλών διαλεχτών τραγουδιών το φωνάζουν, ότι ανάμεσα στους ανώνυμους ποιητές ήταν και λιγοστοί με κάποια ανώτερη ποιητική φλέβα, μ’ έμπνευση αληθινού ποιητή και με τεχνική μάλιστα ευκολία, πού κι’ αυτούς, όπως και τους πολλούς τους άλλους, ποτέ δεν τους έμαθε, ούτε θα τους μάθει κανείς.

Τα τραγούδια αυτά τα διαλεχτά, με την πλαστικότητα και την τελειωμένη μορφή, ερίζωσαν στην ψυχή του λαού, κι απόμειναν καλλιτεχνικά δημιουργήματα, που τα καμαρώνουμε οι Έλληνες και τα θαυμάζουν κι όσοι ξένοι τα γνώρισαν.

Αλλά με το ξαναφύτεμα από τόπο σε τόπο, περνώντας πέλαγα και στεριές, το τραγούδι παθαίνει μεταβολές, αυξάνουν ή λιγοστεύουν, ή αλλάζουν οι στίχοι του, κι έτσι δημιουργούνται οι «παραλλαγές» των τραγουδιών.

Με το πέρασμα πάλι του καιρού και τις στοματικές μεταφορές σε μακρινότερα μέρη, γίνονται σε πολλά τραγούδια ριζικώτερες αλλοιώσεις, γιατί το ξενοφερμένο τραγούδι μεταπλάθεται και προσαρμόζεται στο ψυχικό κλίμα του νέου τόπου, που βάζει τη σφραγίδα του απάνω του. Κι είναι τούτο φυσικό, γιατί, περνώντας από στόμα σε στόμα, το μνημονικό δεν το παρακολουθεί. Άλλα γίνεται και κάτι άλλο: οι συλλαβές του κι οι φθόγγοι του, και το τυπικό των λέξεων προσαρμόζονται αναγκαστικά στη φωνητική και τη φθογγολογία του νέου τόπου. Αλλά και λέξεις αλλάζουν.

Ένα παράδειγμα χτυπητό των μετασχηματισμών αυτών είναι το πανελλήνιο τραγούδι του «Κάστρου της Ωριάς», που υπάρχει σήμερα σε 150-200 παραλλαγές, από 10 – 25 στίχους καθεμιά. Συχνά όμως γίνεται και «συμφυρμός» δύο τραγουδιών. Πρέπει να προσθέσω, ότι κι άλλος τρόπος μεταβολών στο κείμενο είναι η αδέξια αντιγραφή από χειρόγραφα παλιά ή κακογραμμένα νεώτερα.

Ο Έμμερσον, γράφοντας κάπου για την «πρωτοτυπία», μιλεί για το «χρέος που έχομε υπογράψει με την παράδοση» και προσθέτει, ότι «ο θρύλος μεταβιβάζεται απ’ τον πιστό στον ποιητή κι απ’ τον ποιητή στον πιστό και καθένας τους προσθέτει κάτι νόστιμο, σβήνοντας κάποιο λάθεμα ή τελειοποιώντας τη μορφή, ώσπου φτάνει στην ιδανικήν αλήθεια». Έτσι γίνεται με το λαϊκό τραγούδι. Από στόμα σε στόμα περνώντας, ξελαμπικάρεται και παίρνει στο τέλος τον οριστικό του τύπο.